"Το δώρο είναι η στοργή και η ασφάλεια. Το αντίτιμο κάποιες φορές είναι ο ίδιος ο εαυτός σου», εξηγεί η κ. Τσαλίκογλου. ”Θα σε φροντίζουμε και θα σε αγαπάμε όσο μας είσαι αρεστός”. Αρεστός όμως σημαίνει να είσαι αυτό που θέλουμε εμείς να είσαι. Όχι μόνο να κάνεις αυτό που θέλουμε, άλλα και να είσαι αυτό που θέλουμε. Έτσι, ένας ψευδής εαυτός (false self) εκκολάπτεται μέσα στους κόλπους μιας τέτοιας οικογένειας και ετοιμάζεται να διαγράψει μια πορεία γραμμένη από άλλους. Δεν διστάζω να πω ότι με μια έννοια η ελληνική οικογένεια -μιας και γι’ αυτήν μιλάμε- δεν αγαπά το παιδί της. Ή μάλλον, δεν αφήνει το παιδί της να αγαπήσει τον εαυτό του. Γιατί, τι σημαίνει "με αγαπώ"; Σημαίνει μαθαίνω μια αλήθεια για τον εαυτό μου. Μαθαίνω, όχι ποιος είμαι, αλλά –κυρίως- ποιος μπορώ να γίνομαι. Είναι δηλαδή μια ανοιχτή στο μέλλον διαδικασία. Δεν έχει τίποτα το περίκλειστο και το παγιωμένο. Με αυτή την έννοια, υπάρχουν οικογένειες που, παρά τα επιφαινόμενα και τις καταστροφικές ρητορείες του τύπου ”εμείς θυσιαζόμαστε για σένα”, ”δίνουμε τη ζωή μας”, δεν αγαπούν το παιδί τους. Αγαπούν ένα προδιαμορφωμένο από εκείνες πλάσμα. Αγαπούν ένα παιδί τρόπαιο, που θα καταφέρει ότι δεν κατάφερε ο γονιός του. Αγαπούν ένα παιδί που θα γίνει η ζωή που δεν έζησε ο γονιός του».
● Αποφύγετε τους γενικευμένους και υπερβολικούς επαίνους. Όλοι ξέρουμε ότι πρέπει να επαινούμε τα παιδιά μας, αλλά οι γενικές και οι υπερβολικές εκφράσεις τους κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό. Αντί λοιπόν να λέτε «υπέροχα», «άψογα», «θαυμάσια», επιλέξτε τον συγκεκριμένο και συγκρατημένο έπαινο, όπως «βλέπω ότι διάβασες προσεκτικά τα μαθήματά σου, προσέχοντας την ορθογραφία σου και κάνοντας την αντιγραφή σου. Βλέπω επίσης ότι δεν άφησες κενά. Αυτό είναι πολύ καλό».
● Να επαινείτε την απουσία της ενοχλητικής συμπεριφοράς. Για να αντιμετωπίσετε μια ενοχλητική συμπεριφορά του παιδιού (π.χ. ότι μιλάει απότομα, τρώει τα νύχια του, σας διακόπτει όταν μιλάτε στο τηλέφωνο, ζητάει διαρκώς κάτι, δεν διαβάζει) αρχίστε να δίνετε έμφαση στις στιγμές που το παιδί δεν συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτές τις στιγμές, να χρησιμοποιείτε τον συγκεκριμένο/συγκρατημένο έπαινο για να του τις επισημαίνετε. Να λέτε λ.χ. «βλέπω ότι δεν με διέκοψες στο τηλέφωνο… αυτό είναι πολύ καλό».
● Αφιερώστε τους «ειδικό» χρόνο. Κάθε ένας από τους γονείς πρέπει να αφιερώνει σε κάθε ένα από τα παιδιά λίγο ειδικό, αποκλειστικό χρόνο, που θα περνάνε κάνοντας οι δυο τους κάποιες δραστηριότητες. Ο χρόνος αυτός πρέπει να είναι καθημερινός ει δυνατόν, να διαρκεί τουλάχιστον 10 λεπτά και να μην αφιερώνεται για να βλέπουν μαζί τηλεόραση ή να παίζουν στο κομπιούτερ, αλλά σε κάτι άλλο που αρέσει και στους δύο. Τα παιδιά χρειάζονται πρωτίστως χρόνο από τον γονέα του ιδίου φύλου – κι αν ο ένας δεν υπάρχει, από άλλο κοντινό ενήλικα του ιδίου φύλου.
● Μάθετε να ακούτε πρώτα το παιδί. Για να λύσετε κάποιο πρόβλημα, πρέπει πρώτα να ακούσετε τι έχει να πει το παιδί, και αναλόγως να προσαρμόζετε την απάντησή σας. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά ξεπερνούν πιο εύκολα και πιο γρήγορα τον θυμό ή τα αρνητικά συναισθήματά τους, ενώ έχουν και την ευκαιρία να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους, να τα νιώσουν πλήρως και μετά να τα ξεπεράσουν και να ηρεμήσουν. Για να ακούσετε το παιδί, βάλτε στην άκρη τα δικά σας συναισθήματα, σταματήστε ό,τι κι αν κάνετε, συγκεντρωθείτε σε ό,τι σας λέει κοιτάζοντάς το στα μάτια και αναλογισθείτε πως μπορεί να νιώθει το παιδί. Το συναίσθημα που θα φαντασθείτε, εκφράστε το στο παιδί, δίχως όμως να το καθησυχάσετε, να προσπαθήσετε να εκλογικεύσετε, να του κάνετε κήρυγμα ή να το δικαιολογήσετε. Πείτε λ.χ. «ακούγεσαι πολύ απογοητευμένος/θυμωμένος που χάλασε το παιχνίδι σου».
● Ετοιμαστείτε εκ των προτέρων. Αυτή είναι μια πανίσχυρη τεχνική για να εξασφαλίσετε ότι το παιδί θα ακολουθεί τους κανόνες του σπιτιού. Πρέπει να την εφαρμόσετε πριν συμβεί η αρνητική συμπεριφορά και οπωσδήποτε όχι εν ώρα αψιμαχίας ή όταν βιάζεστε. Επιπλέον, το παιδί είναι αυτό που θα μιλάει, όχι εσείς. Τι πρέπει να κάνετε; Διαλέξτε μια ουδέτερη στιγμή (να μην έχει προηγηθεί καυγάς) που θα έχετε άφθονο χρόνο στη διάθεσή σας. Καθίστε κάτω με το παιδί και θέστε του μερικά βασικά ερωτήματα (για κάθε ερώτημα και απάντηση, να αφιερώνετε έως 60 δευτερόλεπτα). Κάθε ερώτηση πρέπει να είναι λεπτομερής και να μην απαντιέται με «ναι» ή «όχι», αλλά να έχει συγκεκριμένη απάντηση. Επιπλέον, επειδή το παιδί ξέρει τις απαντήσεις, εσείς δεν πρέπει να του τις πείτε, αλλά να περιμένετε να τις πει μόνο του. Παράδειγμα; «Όταν γυρνάμε από το ποδόσφαιρο, τι είναι το πρώτο που πρέπει να κάνουμε; Πού θα βάλουμε την τσάντα; Πού θα βάλουμε τα παπούτσια; Τι θα κάνουμε τα λερωμένα ρούχα;». Όσο πιο λεπτομερής είναι κάθε απάντηση του παιδιού, τόσο περισσότερο εντυπώνεται στη μνήμη του.
● Μην ζητάτε ποτέ δεύτερη φορά το ίδιο πράγμα. Για να κάνει το παιδί ό,τι ζητάτε με το πρώτο (στο 90% των περιπτώσεων τουλάχιστον) εφαρμόστε την απλή μέθοδο που ακολουθεί. Είναι κατάλληλη για παιδιά ηλικίας άνω των 3 ετών και δεν συνιστάται σε δύο περιπτώσεις: όταν το παιδί κάθεται μπροστά σε μία οθόνη και όταν βιάζεστε.
Η μέθοδος έχει ως εξής:
1. Πηγαίνετε στο δωμάτιο όπου βρίσκεται το παιδί, σταθείτε δίπλα του και κοιτάξτε το.
2. Περιμένετε να γυρίσει να σας κοιτάξει και αυτό – αλλά να κοιτάει μόνο εσάς και πουθενά αλλού.
3. Πείτε στο παιδί τι θέλετε να κάνει – αργά, με απλά λόγια, με σαφήνεια και μόνο μία φορά.
4. Ζητήστε από το παιδί να επαναλάβει ό,τι του είπατε, λέγοντας «Πες μου σε παρακαλώ τι πρέπει να κάνεις τώρα» (μόλις το παιδί αρχίσει να το λέει, έχει αρχίσει να γίνεται δική του απόφαση και ευθύνη).
5. Περιμένετε στη θέση σας να κάνει το παιδί ό,τι του ζητήσατε – και κάθε τι σωστό που κάνει, να το επαινείτε συγκεκριμένα και συγκρατημένα.
Καθώς θα περνάει ο καιρός, τα τελεύταια δύο βήματα θα πάψουν να είναι απαραίτητα και τελικά θα απαιτούνται μόνο τα τρία πρώτα.
Πηγή : adoptedingr.wordpress.com







